
Υπάρχει μια περίοδος στην ιαπωνική ιστορία όπου ο πόλεμος έπαψε να είναι γεγονός και έγινε κατάσταση. Δεν ήταν μια εκστρατεία ούτε μια σύγκρουση με αρχή και τέλος. Ήταν ενάμισης αιώνας συνεχούς ένοπλης αναμέτρησης, στον οποίο η ικανότητα ενός ανθρώπου να επιβιώσει σε μια σύγκρουση καθόριζε αν θα υπάρχει το επόμενο πρωί. Αυτή η περίοδος ονομάζεται Sengoku Jidai, η εποχή των εμπόλεμων κρατών. Σχεδόν κάθε παραδοσιακό ryū που εξασκείται σήμερα, οπουδήποτε στον κόσμο, οδηγεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο πίσω σε αυτήν. Μέσα σε αυτά τα χρόνια διαμορφώθηκε και εδραιώθηκε το μεγαλύτερο μέρος των παραδοσιακών ryūha που επιβιώνουν μέχρι σήμερα.
Δεν πρόκειται για ιστορική λεπτομέρεια. Πρόκειται για την ίδια τη γενεαλογία της εκπαίδευσής μας.
Το ξέσπασμα και η κοινωνική ανατροπή
Συμβατικά, η εποχή τοποθετείται από το 1467 έως τις αρχές του 17ου αιώνα. Αφετηρία είναι ο πόλεμος Ōnin, μια σύγκρουση διαδοχής ανάμεσα σε ισχυρούς οίκους που κατέληξε να καίει την ίδια την πρωτεύουσα, το Κιότο, για περισσότερο από δέκα χρόνια. Όταν κόπασε, η κεντρική εξουσία του σογκουνάτου των Ashikaga είχε πάψει να σημαίνει οτιδήποτε πέρα από τα τείχη της πόλης.
Το κενό που άφησε το γέμισε μια αρχή που οι Ιάπωνες περιέγραψαν με μία λέξη: gekokujō, ο κατώτερος ανατρέπει τον ανώτερο. Επαρχιακοί διοικητές ανέτρεπαν τους κυρίους τους. Υπασπιστές έπαιρναν τη θέση των αρχόντων τους. Άνθρωποι χωρίς καταγωγή ανέβαιναν με μοναδικό διαπιστευτήριο τη στρατιωτική τους ικανότητα. Ο Toyotomi Hideyoshi, που τελικά ένωσε ουσιαστικά τη χώρα, ξεκίνησε από οικογένεια χωρίς καταγωγή, με πατέρα που αναφέρεται ως απλός πεζός στρατιώτης.
Σε ένα τέτοιο τοπίο, η πολεμική δεξιότητα δεν ήταν πολιτισμικό στολίδι. Ήταν το εργαλείο της κοινωνικής επιβίωσης και της κοινωνικής ανόδου. Και όταν μια δεξιότητα αποκτά αυτό το βάρος, παύει να μεταδίδεται τυχαία. Οργανώνεται.
Η πανοπλία ως αρχιτέκτονας της τεχνικής
Το πρώτο πράγμα που πρέπει να καταλάβει κανείς για την πολεμική τέχνη αυτής της εποχής είναι ότι σχεδιάστηκε γύρω από έναν αντίπαλο που φορούσε πανοπλία.
Το yoroi άλλαξε τα πάντα. Οι κρούσεις σε θωρακισμένη επιφάνεια είναι άχρηστες, ενίοτε επιζήμιες για αυτόν που τις εκτελεί. Οι μεγάλες κοφτερές κινήσεις της λεπίδας δεν διαπερνούν λαμέλες και δέρμα. Ό,τι απομένει είναι τα κενά, τα suki: ο λαιμός πάνω από τον θώρακα, η εσωτερική πλευρά του βραχίονα, ο καρπός, η περιοχή κάτω από τη μασχάλη, το εσωτερικό του μηρού.
Αυτός ο απλός γεωμετρικός περιορισμός καθόρισε τη μορφή της τέχνης. Για να φτάσεις σε ένα κενό δέκα εκατοστών, πρέπει να ελέγξεις πρώτα τη στάση και την ισορροπία του αντιπάλου. Πρέπει να κλείσεις την απόσταση. Πρέπει να τον καθηλώσεις. Και ό,τι ολοκληρώνει την πράξη δεν είναι το μακρύ ξίφος αλλά η κοντή λεπίδα, το yoroi-dōshi, φτιαγμένο ακριβώς για αυτό.
Με άλλα λόγια: η πάλη με πανοπλία δεν ήταν εναλλακτική επιλογή. Ήταν το κέντρο.
Τα πραγματικά όπλα του πεδίου
Η λαϊκή εικόνα του πολεμιστή με το κατάνα είναι σε μεγάλο βαθμό κατασκευή μεταγενέστερων αιώνων. Στα πεδία μάχης του Sengoku, τα καθοριστικά όπλα ήταν άλλα.
Το yumi, το ασύμμετρο ιαπωνικό τόξο, παρέμεινε το κατεξοχήν όπλο της τάξης των πολεμιστών για μεγάλο μέρος της περιόδου. Το yari, το δόρυ, κυριάρχησε καθώς οι στρατοί μεγάλωναν και οργανώνονταν σε πυκνούς σχηματισμούς πεζών. Ένα σώμα εκπαιδευμένων ashigaru με μακριά δόρατα ήταν φθηνότερο, ταχύτερο στη συγκρότηση και αποτελεσματικότερο από οποιονδήποτε αριθμό ξιφομάχων.
Το ξίφος ήταν το δευτερεύον όπλο. Το όπλο της στιγμής που όλα τα άλλα έχουν χαθεί ή σπάσει, της συμπλοκής σώμα με σώμα, της άμυνας εκτός γραμμής.
Το ισχυρότερο τεκμήριο εδώ δεν είναι θεωρητικό. Σώζονται gunchūjō, αναφορές που κατέθεταν οι πολεμιστές ώστε να πιστοποιηθεί η υπηρεσία τους και να καταγραφούν τα τραύματά τους. Στις στατιστικές επεξεργασίες αυτών των εγγράφων, η συντριπτική πλειονότητα των τραυμάτων προέρχεται από βέλη, ακολουθούν τα πυροβόλα και τα δόρατα, ενώ το ξίφος εμφανίζεται σε πολύ μικρό ποσοστό.
Αυτό δεν το υποβαθμίζει. Εξηγεί όμως γιατί οι παλαιότερες σχολές διδάσκουν το ξίφος μαζί με το δόρυ, τη ναγκινάτα, τη ράβδο και τη λαβή, όχι απομονωμένο.
Η μεταγενέστερη περίοδος Edo ήταν εκείνη που ανέδειξε το katana σε κυρίαρχο σύμβολο του σαμουράι, περισσότερο από όσο υπήρξε στο πεδίο μάχης του Sengoku. Σε μια κοινωνία χωρίς πολέμους, το ξίφος έπαψε να είναι εργαλείο παράταξης και έγινε σήμα τάξης, ταυτότητας και προσωπικής τιμής. Από εκεί κληρονομήσαμε την εικόνα που έχουμε σήμερα.
Οι πρώτες σχολές
Εδώ βρίσκεται η ουσιαστική κληρονομιά της εποχής. Πριν το Sengoku, η πολεμική γνώση μεταδιδόταν κυρίως μέσα σε οικογένειες πολεμιστών, άτυπα, από πατέρα σε γιο. Η διαρκής σύγκρουση δημιούργησε την ανάγκη για κάτι σταθερότερο: μια δομή που να μπορεί να διδάξει, να πιστοποιήσει και να διατηρήσει.
Έτσι εμφανίστηκαν τα πρώτα ryūha, οι οργανωμένες σχολές με ιδρυτή, όνομα, καταγεγραμμένο περιεχόμενο και ιεραρχία μετάδοσης.
Η Tenshin Shōden Katori Shintō-ryū, που αποδίδεται στον Iizasa Chōisai Ienao στα μέσα του 15ου αιώνα, θεωρείται από τις αρχαιότερες τεκμηριωμένες σχολές που επιβιώνουν ως σήμερα. Η Kage-ryū του Aisu Ikōsai στα τέλη του ίδιου αιώνα άσκησε τεράστια επιρροή. Από τη γραμμή της προέκυψε ο Kamiizumi Ise-no-Kami Nobutsuna, ίσως ο σημαντικότερος δάσκαλος ξίφους της εποχής, και μέσα από τη διδασκαλία του η Shinkage-ryū και ο Yagyū Munetoshi.
Για όσους εκπαιδεύονται σε συστήματα λαβής, η κρίσιμη χρονολογία είναι το 1532. Τότε τοποθετείται η ίδρυση της Takenouchi-ryū από τον Takenouchi Hisamori, σχολή που αναγνωρίζεται ευρέως ως η αρχαιότερη σωζόμενη με επίκεντρο τη σωματική σύμπλεξη.
Χρειάζεται μια διευκρίνιση εδώ. Οι χρονολογίες αυτές, τόσο της Takenouchi-ryū όσο και της Katori, προέρχονται από την παράδοση των ίδιων των σχολών και όχι από ανεξάρτητα αρχεία της εποχής. Δεν τις ακυρώνει αυτό, εξηγεί όμως γιατί οι σοβαρές πηγές τις αναφέρουν πάντα ως αποδιδόμενες και όχι ως τεκμηριωμένα γεγονότα. Το περιεχόμενό της περιγράφεται με τον όρο kogusoku koshi no mawari, δηλαδή εργασία κοντά στο σώμα, με ελαφρύ εξοπλισμό και κοντή λεπίδα.
Από αυτή τη ρίζα, μέσα από αιώνες διακλαδώσεων, προέκυψαν οι σχολές που σήμερα ονομάζουμε συλλογικά jujutsu.
Kumiuchi: η ρίζα της λαβής
Ο όρος kumiuchi περιγράφει τη σύμπλεξη σε συνθήκες πεδίου μάχης. Δύο άνδρες με πανοπλία, σε έδαφος συχνά ασταθές, με άλογα, δόρατα και άλλους πολεμιστές γύρω τους.
Οι αρχές που προκύπτουν από αυτή τη συνθήκη είναι εντυπωσιακά συγκεκριμένες και εξηγούν πολλά από όσα διδάσκονται μέχρι σήμερα. Η διάσπαση της ισορροπίας προηγείται πάντα, γιατί ένας θωρακισμένος αντίπαλος δεν μετακινείται με δύναμη αλλά με κατεύθυνση. Η εργασία στις αρθρώσεις στοχεύει εκεί όπου η πανοπλία δεν καλύπτει και η ανατομία δεν συγχωρεί. Η θέση στο έδαφος αντιμετωπίζεται ως στιγμή που πρέπει να λυθεί άμεσα, όχι ως πεδίο παρατεταμένης αναμέτρησης, γιατί το έδαφος στη μάχη σημαίνει ότι έρχεται ο επόμενος.
Όποιος εκπαιδεύεται σοβαρά σε παραδοσιακό σύστημα λαβής αναγνωρίζει αμέσως αυτή τη λογική. Δεν είναι φιλοσοφική επιλογή. Είναι το αποτύπωμα του πεδίου.
Το 1543 και η αντίστροφη μέτρηση
Η αφετηρία τοποθετείται συμβατικά στο 1543, όταν Πορτογάλοι έμποροι έφτασαν στο νησί Tanegashima επιβαίνοντας σε κινεζικό πλοίο. Μαζί τους έφτασε το tanegashima, το αρκεβούζιο με φυτίλι. Μερίδα ιστορικών θεωρεί ότι πυροβόλα όπλα είχαν φτάσει και νωρίτερα μέσω των εμπορικών δικτύων της ανατολικής Ασίας, οπότε η χρονολογία σηματοδοτεί περισσότερο την αρχή της μαζικής υιοθέτησης παρά την πρώτη επαφή.
Η Ιαπωνία το αντέγραψε και το παρήγαγε μαζικά με ταχύτητα που εξέπληξε τους Ευρωπαίους. Μέσα σε λίγες δεκαετίες, οι μεγάλοι οίκοι διέθεταν χιλιάδες όπλα. Η μάχη του Nagashino το 1575 έμεινε στην ιστορία ως το σημείο όπου οργανωμένα σώματα πυροβολητών διέλυσαν τον παραδοσιακό έφιππο σχηματισμό.
Η συνέπεια για τις πολεμικές τέχνες ήταν βαθιά και παράδοξη. Το πεδίο μάχης έπαψε να ανταμείβει την ατομική δεξιότητα. Ένας πολεμιστής με σαράντα χρόνια εκπαίδευσης έπεφτε από μια σφαίρα που έριξε ένας αγρότης με έξι εβδομάδες οδηγίες. Η τέχνη του ενός ανθρώπου έχασε τη στρατιωτική της αξία τη στιγμή ακριβώς που είχε φτάσει στην ωριμότητά της.
Αυτό δεν σκότωσε τις σχολές. Τις έστρεψε αλλού.
Πώς διατηρήθηκε η γνώση
Το μεγαλύτερο επίτευγμα του Sengoku δεν ήταν καμία τεχνική. Ήταν το σύστημα μετάδοσης.
Η γνώση κωδικοποιήθηκε σε kata, σταθερές μορφές που περιέχουν την αρχή χωρίς να απαιτούν τον θάνατο κάποιου για να δοκιμαστεί. Οι σχολές τήρησαν densho, γραπτά κατάλογα τεχνικών, συχνά σκόπιμα ελλιπή, ώστε να μην έχουν αξία στα χέρια κάποιου εκτός της γραμμής. Το ουσιώδες μέρος παρέμεινε kuden, προφορική μετάδοση από τον δάσκαλο στο εκπαιδευόμενο μέλος, πρόσωπο με πρόσωπο.
Και θεσπίστηκε η πιστοποίηση. Το σύστημα των αδειών, με τα επίπεδα του mokuroku και τα ανώτερα menkyo μέχρι την πλήρη μετάδοση, διαμορφώθηκε μέσα σε αυτές τις σχολές και ολοκληρώθηκε τους επόμενους αιώνες. Δεν πιστοποιούσε απόδοση σε αγώνα. Πιστοποιούσε ότι ένας άνθρωπος κατέχει το περιεχόμενο μιας γραμμής και μπορεί να το μεταφέρει ακέραιο.
Αυτός είναι ο λόγος που οι σχολές αυτές υπάρχουν ακόμη, ενώ αμέτρητες άλλες παραδόσεις πολεμικής γνώσης στον κόσμο χάθηκαν χωρίς ίχνος.
Το τέλος και η κληρονομιά
Η Sekigahara το 1600 και η πολιορκία της Οσάκα το 1615 έκλεισαν την εποχή. Ακολούθησαν περισσότερα από διακόσια χρόνια εσωτερικής ειρήνης υπό τους Tokugawa.
Οι σχολές που είχαν γεννηθεί για το πεδίο μάχης βρέθηκαν σε έναν κόσμο χωρίς πεδίο μάχης. Ορισμένες προσαρμόστηκαν στις ανάγκες της νέας πραγματικότητας, όπου η απειλή ήταν πλέον η αιφνίδια σύγκρουση στον δρόμο και όχι η παράταξη. Άλλες στράφηκαν στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του ανθρώπου. Από αυτή τη στροφή προέκυψε η μετατόπιση από το bujutsu, την πολεμική τεχνική, προς το budō, τον δρόμο του πολεμιστή ως άσκηση ζωής.
Το πιο χαρακτηριστικό τεκμήριο αυτής της μετάβασης έρχεται από γραμμή που έχουμε ήδη συναντήσει. Ο Yagyū Munenori, γιος του Munetoshi, έγραψε το 1632 το Heihō Kadensho ως δάσκαλος ξίφους του σογκουνάτου. Τρία ονόματα χρειάστηκαν για να διανυθεί η απόσταση. Ο Kamiizumi δίδαξε μέσα στον πόλεμο. Ο Munetoshi έζησε το τέλος του. Ο Munenori έγραψε για το ξίφος από μια αυλή που δεν πολεμούσε πια. Το ίδιο σύστημα, τρεις κρίκοι, και ανάμεσά τους η μετάβαση από την τεχνική της επιβίωσης στη διαχείριση του νου. Ο Kamiizumi δίδαξε μέσα στον πόλεμο. Ο Munetoshi έζησε το τέλος του. Ο Munenori έγραψε για το ξίφος από μια αυλή που δεν πολεμούσε πια. Το ίδιο σύστημα, τρεις κρίκοι, και ανάμεσά τους η μετάβαση από την τεχνική της επιβίωσης στη διαχείριση του νου.
Ο όρος budō με τη σημερινή του σημασία εδραιώνεται ακόμη αργότερα, στην περίοδο Meiji, μαζί με τη θεσμοποίηση των σύγχρονων συστημάτων. Η μετατόπιση δηλαδή ξεκίνησε στο Edo και ονοματίστηκε στο Meiji.
Ό,τι έχουμε σήμερα στα χέρια μας πέρασε από αυτή τη διαδρομή. Οι αρχές της ισορροπίας, της απόστασης, του χρονισμού και της οικονομίας κινήσεων δεν επινοήθηκαν σε αίθουσα εκπαίδευσης. Δοκιμάστηκαν σε συνθήκες όπου το λάθος δεν διορθωνόταν.
Γι’ αυτό η μελέτη της εποχής δεν είναι ιστορική περιέργεια. Είναι κατανόηση του γιατί η τεχνική που εκτελούμε έχει ακριβώς αυτή τη μορφή και όχι κάποια άλλη. Η αυτοπροστασία ως αντικείμενο εκπαίδευσης δεν είναι σύγχρονη ιδέα. Είναι η αρχαιότερη ανάγκη που γνώρισε ποτέ ο άνθρωπος, και το Sengoku Jidai είναι η περίοδος όπου η Ιαπωνία της έδωσε δομή, όνομα και μέθοδο.
Όταν σήμερα ένα εκπαιδευόμενο μέλος μελετά ένα παραδοσιακό kata ή εφαρμόζει μια αρχή ισορροπίας, δεν επαναλαμβάνει μια αφηρημένη παράδοση. Αναπαράγει λύσεις που διαμορφώθηκαν μέσα στη δυσκολότερη περίοδο της ιαπωνικής στρατιωτικής ιστορίας. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα της παράδοσης: όχι η ηλικία της, αλλά η συνέχεια της γνώσης.
Στο Koden Arashi Dojo στη Λάρισα περπατάμε τον παλιό δρόμο. Ο παλιός δρόμος δεν διαφημίζεται, βρίσκεται από αυτούς που τον αναζητούν. Αν νιώθεις ότι αυτός ο δρόμος σε καλεί, επικοινώνησε μαζί μας.
